Τί εννοούμε όταν λέμε υπογονιμότητα.
Ως υπογονιμότητα χαρακτηρίζεται η αδυναμία επίτευξης κύησης από δυο συντρόφους που έχουν ελεύθερες και τακτικές σεξουαλικές επαφές επι ένα τουλάχιστον έτος. Υπολογίζεται οτι αφορά το 10 – 15 % των ζευγαριών που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία.
Αιτίες υπογονιμότητας.
• Μειωμένη συγκέντρωση, κινητικότητα και ανώμαλη μορφολογία του σπέρματος.
• Διαταραχές ωορρηξίας.
• Προβλήματα στις σάλπιγγες και στη μήτρα.
• Ενδομητρίωση.
• Ανεξήγητη υπογονιμότητα.
Έχετε ακούσει γι’αυτές τις εξετάσεις;
• Εξετάσεις αίματος
Ορμονολογικός έλεγχος, έλεγχος χρωμοσωμάτων ζεύγους.
• Κολπικό υπερηχογράφημα
Απεικόνιση των εσω γεννητικών οργάνων της γυναίκας.
• Υστεροσκόπηση
Με την χρήση ενός λεπτού ενδοσκοπίου(υστεροσκόπιο) το οποίο δια μέσου του τραχήλου εισέρχεται στη μήτρα, επιτυγχάνεται η καλύτερη δυνατή απεικόνιση της κοιλότητας της μήτρας.
• Λαπαροσκόπηση
Με γενική αναισθησία το λαπαροσκόπιο εισάγεται δια μέσου του ομφαλού στην κοιλιακή κοιλότητα και εξετάζονται επιμελώς όλα τα όργανά της. Επίσης ελέγχεται η διαβατότητα των σαλπίγγων.
• Υστεροσαλπιγγογραφία
Με τη χρήση ενός σκιαστικού μέσου επιτυγχάνεται ο έλεγχος της κοιλότητας της μήτρας και ελέγχεται η διαβατότητα των σαλπίγγων με τη λήψη ακτινογραφιών.
• Σπερμοδιάγραμμα
Η λήψη σπέρματος γίνεται με αυνανισμό μετά από δυο έως τρεις ημέρες αποχής προκειμένου να εξεταστεί η συγκέντρωση, η κινητικότητα και η μορφολογία του σπέρματος.
Θεραπεία
1. Χειρουργική
Για την χειρουργική αντιμετώπιση αιτιών υπογονιμότητας(υδροσάλπιγγα, συμφύσεις, ενδομητρίωση κ.λ.π.) χρησιμοποιείται κυρίως η ενδοσκοπική (λαπαροσκοπική και υστεροσκοπική) χειρουργική.
2. Πρόκληση ωορρηξίας
Η θεραπεία αυτή αφορά ζευγάρια στα οποία το μόνο πρόβλημα είναι η διαταραχή της ωορρηξίας και επιτυγχάνεται με τη χρήση φαρμάκων είτε σε ενέσιμη μορφή είτε σε μορφή χαπιών.
3. Ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή
• Σπερματέγχυση(IUI)
Το σπέρμα του συζύγου επεξεργάζεται στο εργαστήριο και ακολούθως εγχύεται απευθείας στην κοιλότητα της μήτρας.
• Εξωσωματική Γονιμοποίηση(IVF)
Περιλαμβάνει τα εξής στάδια:
Α. Πρόκληση ωοθηκικής διέγερσης
Η πρώτη κύηση μετά απο εξωσωματική γονιμοποίηση επιτεύχθηκε με τη λήψη ενός μόνο ωαρίου που προερχόταν από ένα ωοθυλάκιο, κατα τη διάρκεια ενός φυσιολογικού κύκλου. Σήμερα , για την αύξηση του ποσοστού των κυήσεων, γίνεται διέγερση των ωοθηκών, ωστε να ληφθούν περισσότερα ωάρια. Τα φάρμακα (ορμόνες) που χρησιμοποιούνται για τη διέγερση των ωοθηκών λέγονται γοναδοτροπίνες και συνδυάζονται με μια άλλη ορμόνη που σκοπό έχει να εμποδίσει την πρόωρη ωορρηξία και την απώλεια των ωαρίων πριν την ωοληψία. Οι ορμόνες αυτές χρησιμοποιούνται για πάνω από 30 χρόνια και μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες δεν έχουν δείξει κάποιο κίνδυνο από τη χρησιμοποίησή τους. Η παρακολούθηση της ωοθηκικής διέγερσης γίνεται με υπερηχογραφικό και ορμονολογικό έλεγχο και για το σκοπό αυτό θα χρειαστούν 4-5 επισκέψεις της γυναίκας στο Κέντρο Εξωσωματικής Γονιμοποίησης.
Β.Ωοληψία και γονιμοποίηση
Η λήψη των ωαρίων γίνεται διακολπικά με υπερηχογραφικό έλεγχο, υπό άσηπτες συνθήκες και παρουσία αναισθησιολόγου, ο οποίος χορηγεί ενδοφλέβια αναλγησία μικρής διάρκειας. Μετά την ωοληψία, η γυναίκα παραμένει στη Μονάδα για 30-60 λεπτά και στη συνέχεια αποχωρεί. Την ίδια ημέρα, ο σύζυγος παραδίδει το σπέρμα στον εμβρυολόγο και γίνεται η γονιμοποίησητων ωαρίων με την κλασική μέθοδο ή με τη βοήθεια της μικρογονιμοποίησης(ICSI).
Γ.Εμβρυομεταφορά
Η εμβρυομεταφορά είναι απλή διαδικασία, διαρκεί περίπου 15 λεπτά και δεν απαιτεί νάρκωση. Γίνεται συνήθως τη δεύτερη ή τρίτη ημέρα μετά την ωοληψία, ενώ αν τα έμβρυα έχουν φθάσει στο στάδιο της βλαστοκύστης , η εμβρυομεταφορά γίνεται την 5η ή 6η ημέρα. Συνήθως μεταφέρονται δυο-τρία έμβρυα για να αποφευχθεί η αύξηση του ποσοστού πολυδύμων κυήσεων. Τα έμβρυα που περισσεύουν, αν είναι καλής ποιότητας , μπορούν να καταψυχθούν και να χρησιμοποιηθούν από το ζευγάρι σε μια μελλοντική προσπάθεια, η οποία, βέβαια, δε θα περιλαμβάνει διέγερση ωοθηκών ούτε και ωοληψία. Μετά την εμβρυομεταφορά η γυναίκα παραμένει κλινήρης για 30 λεπτά και εν συνεχεία αποχωρεί από τη Μονάδα.
Δ.Αποτελέσματα – Ποσοστό Επιτυχίας
Δώδεκα ημέρες μετά την εμβρυομεταφορά γίνεται το τεστ κυήσεως της β-hCG στο αίμα. Αν το αποτέλεσμα είναι θετικό , ακολουθεί υπερηχογραφικός έλεγχος σε δυο εβδομάδες, για να επιβεβαιωθεί οτι όλα βαίνουν καλώς. Αναφερόμενοι πάντα στον μέσο όρο, θα λέγαμε οτι το ποσοστό κλινικής κύησης ανα εμβρυομεταφορά κυμαίνεται μεταξύ 30-40% , με τα καλύτερα αποτελέσματα σε γυναίκες κάτω των 35 ετών.
Οι σημαντικότερες εξελίξεις
• Βιοψία εμβρύων για προεμφυτευτική διάγνωση (PGD) με σκοπό την επιλογή υγιών εμβρύων για εμβρυομεταφορά, σε ζευγάρια που μπορεί να μεταδώσουν στα παιδιά τους κληρονομικά νοσήματα. Στην Ελλάδα αποτελεί ρουτίνα η προεμφυτευτική διάγνωση(PGD) σε φορείς β-μεσογειακής αναιμίας.
• Κατάψυξη ωαρίων και ωοθηκικού ιστού για τη διατήρηση της αναπαραγωγικής ικανότητας σε γυναίκες που πρόκειται να υποβληθούν σε χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία που θα προκαλέσουν βλάβη στις ωοθήκες τους.
• In vitro ωρίμανση ωαρίων(IVM):
Ωάρια συλλέγονται από μικρά θυλάκια χωρίς διέγερση των ωοθηκών και, αφού ωριμάσουν στο εργαστήριο, ακολούθως γονιμοποιούνται. Έτσι αποφεύγεται η χρήση γοναδοτροπινών και η εμφάνιση του συνδρόμου της υπερδιέγερσης των ωοθηκών.
• Με τη μικρογονιμοποίηση (Intracytoplasmic Sperm Injection – ICSI) δόθηκε λύση στο πρόβλημα της ανδρικής υπογονιμότητας. Ακόμη και σε αζωοσπερματικούς άνδρες είναι δυνατή η ανεύρεση σπερματοζωαρίων με λήψη από τον όρχι (TESE – TESA) ή από την επιδυδιμίδα (MESA) και τη χρησιμοποίησή τους στην εξωσωματική γονιμοποίηση. |